Ο Papier

2019-02-11 10:25

 

Γράφει: Μαίρη Κάντα

Μία φορά και ένα καιρό, στο ράφι ενός σουπερμάρκετ ζούσε ο Papier μαζί με την οικογένεια του. Ο μικρός Papier ήταν ένα ρολό χαρτιού κουζίνας και η ζωή του στο σουπερμάρκετ ήταν πολύ βαρετή. Περίμενε με ανυπομονησία την στιγμή που κάποιος πελάτης θα τον έπαιρνε στο σπίτι του. Γι αυτό και κάθε φορά που κάποιος άνθρωπος πλησίαζε στο ράφι, εκείνος χαμογελούσε πλατιά και παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του.

Όταν έκλεινε το σουπερμάρκετ, ο Henk που ήταν χαρτί περιτυλίγματος συνήθιζε να κοροιδεύει τον Papier γιατί ήταν ένα απλό χαρτί κουζίνας  και εκείνος στεναχωριόταν. Επίσης, ο Papier ζήλευε τον Henk γιατί ήταν πολύχρωμος και γυαλιστερός, ενώ εκείνος ήταν λευκός. Ήθελε να ήταν  σαν τον Henk ή σαν τον Papito, το φίλο του από το ράφι με τα τετράδια.

Ο Papito συμβούλευε τον Papier να μη τον ενοχλεί η εμφάνισή του και να μη τον επηρεάζουν τα λόγια του Henk. Μα δεν ήταν εύκολο αυτό για τον Papier.Ήθελε να νοιώθει περισσότερο χρήσιμος για τους ανθρώπους. Να τους κάνει να χαμογελούν βλέποντας τον, όπως συμβαίνει με τα χαρτιά περιτυλίγματος ή να τους δίνει τις γνώσεις όπως έκανε ο Papito που ήταν ένα τετράδιο. Αυτό ευχόταν κάθε βράδυ ο Papier πριν να κοιμηθεί.

Ένα απόγευμα, λίγο πριν να κλείσει το σουπερμάρκετ, μπήκε μέσα μια γυναίκα με το παιδί της, ένα μικρό ξανθό αγόρι. Έφτασαν πρώτα στο ράφι με το χαρτί κουζίνας. Το αγόρι άπλωσε το χέρι του, πήρε τον Papier και την οικογένεια του και τους έβαλε στο καλάθι. Ο μικρός χαρτένιος χαμογέλασε πλατιά και πρόλαβε να αποχαιρετήσει τον φίλο του Papito.  H μητέρα του αγοριού, με την σειρά  της, πήγε στο ράφι με τα χαρτιά περιτυλίγματος και έβαλε στο ίδιο καλάθι, τον Henk. «Όχι….» αναφώνησε απογοητευμένος ο Papier. Θα ήταν στο ίδιο σπίτι με τον εχθρό του.

Λίγο αργότερα, η γυναίκα μαζί με το παιδί έφτασαν στο σπίτι. Η γυναίκα έβγαλε από την πάνινη τσάντα του σουπερμάρκετ, τον Henk, το χαρτί περιτυλίγματος, το έκοψε προσεκτικά και με αυτό τύλιξε ένα μεγάλο κόκκινο αυτοκίνητο. Ο Papier παρατηρούσε μέσα από την τσάντα όλα όσα έκανε η γυναίκα. Έπειτα η γυναίκα άφησε το δώρο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και έκλεισε το φως. Ο Papier κοιμήθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του, μακριά από το σουπερμάρκετ, μέσα στη πάνινη τσάντα.

Το επόμενο πρωί, το μικρό ξανθό αγόρι, είδε το δώρο στη κουζίνα και χαμογέλασε. Ήταν τα γενέθλια του. Βιαστικά άρπαξε το δώρο, έσκισε το χαρτί περιτυλίγματος και πήρε στα χέρια του το αυτοκίνητο. Ο Henk, μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκε τσαλακωμένος στο πάτωμα. Ο Papier παρατήρησε πως ο άλλοτε εχθρός του, είχε δακρύσει. Ύστερα η μητέρα του αγοριού πήρε το χαρτί περιτυλίγματος από το πάτωμα και κατευθύνθηκε στο κάδο απορριμμάτων. «Αντίο» πρόλαβε να ψιθυρίσει ο Henk, πριν χαθεί για πάντα.

Έπειτα, ήρθε η σειρά του Papier να βγει από την πάνινη τσάντα. Η νεαρή μητέρα πήρε το ρολό χαρτιού κουζίνας και το τοποθέτησε στο κέντρο του τραπεζιού. Ο Papier φοβήθηκε πως σύντομα θα ερχόταν το τέλος του. Μα από το τραπέζι  είχε ωραία θέα. Από εκεί μπορούσε να παρατηρήσει όλες τις κινήσεις των ανθρώπων του σπιτιού.

Έτσι,  γρήγορα κατάλαβε πως η γυναίκα δεν ήταν πολύ καλή μαγείρισσα. Συχνά, της έπεφτε η σάλτσα στο μάτι της κουζίνας και κάθε φορά, έκοβε προσεκτικά ένα κομμάτι χαρτί από το Papier και σκούπιζε την κουζίνα. Ο Papier χαιρόταν κάθε φορά γιατί χρωματιζόταν με την κόκκινη σάλτσα και λάτρευε το κόκκινο χρώμα. Μα και το αγόρι ήταν απρόσεκτο.

Μια φορά όπως έπινε πορτοκαλάδα, χύθηκε όλη στο πάτωμα. «Γιούπι» αναφώνησε από χαρά ο Papier. Γιατί το μικρό αγόρι έκοψε γρήγορα-γρήγορα ένα κομμάτι χαρτί που υπήρχε στο τραπέζι και σκούπισε το πάτωμα. Έτσι ο Papier απέκτησε και κίτρινο χρώμα. Δεν ήταν πια ένα συνηθισμένο λευκό ρολό κουζίνας. Ένα απόγευμα που ο μικρός είχε τελειώσει τα μαθήματά του και βαριόταν, έκοψε δύο φύλλα χαρτί κουζίνας, πήρε τους μαρκαδόρους και άρχισε να ζωγραφίζει.

Ο Papier ούρλιαξε από την χαρά του, όταν είδε πάνω στο σώμα του ζωγραφισμένα ένα μεγάλο σπίτι με πολλά λουλούδια και πουλιά. «Είμαι τόσο όμορφος» είπε γεμάτος αυτοπεποίθηση ο Papier και συνέχισε «Δεν είμαι πια μόνο ένα λευκό χαρτί κουζίνας. Έγινα πίνακας». Η μητέρα του αγοριού, χαμογέλασε όταν είδε τις ζωγραφιές πάνω στο τραπέζι. Σκέφτηκε να τις τοποθετήσει στο ψυγείο για να φαίνονται καλύτερα.  Ο Papier καμάρωνε υπερήφανος «Αχ να με έβλεπε ο Henk τώρα» μονολόγησε.

Οι μέρες περνούσαν και ο Papier απολάμβανε όμορφες στιγμές στο νέο του σπίτι. Ένα μεσημέρι, το μικρό αγόρι επέστρεψε από το σχολείο του στεναχωρημένο καθώς  δεν είχε γράψει καλά σε ένα τεστ μαθηματικών. Έκλαιγε και η μητέρα του προσπαθούσε να το παρηγορούσε. Μα και ο Papier στεναχωρήθηκε. Δεν ήθελε να βλέπει το μικρό του φίλο λυπημένο. Η γυναίκα τότε, έκοψε τα τελευταία φύλα χαρτιού κουζίνας και σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια του αγοριού. O Papier χαμογέλασε και άγγιξε απαλά το πρόσωπο του παιδιού. Λίγα λεπτά αργότερα το παιδί ένοιωθε καλύτερα.

Μα και ο Papier ήταν ευτυχισμένος. Συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνο ένα λευκό χαρτί κουζίνας και άδικα στεναχωριόταν όταν το κορόιδευε ο Henk. Έζησε μια ευτυχισμένη ζωή δίπλα στους ανθρώπους. Έγινε χρήσιμος, κάτι που ονειρευόταν πάντα. Δεν έμεινε για πάντα λευκός, το σώμα του χρωματίστηκε με διάφορα χρώματα. «Έγινα και έργο τέχνης» μονολόγησε συγκινημένο κοιτάζοντας για τελευταία φορά την ζωγραφιά στο ψυγείο. Κοίταξε και το πρόσωπο του μικρού αγοριού. Δεν είχε πια δάκρυα. Ήταν περήφανος ο Papier. Χάρη σε αυτόν, το αγόρι χαμογελούσε ξανά.