Ο σκύλος που ήθελε να μάθει πιάνο

2018-11-26 10:55

Γράφει: Μαίρη Κάντα

 

Μία φορά και ένα καιρό, σε ένα χάρτινο σπίτι σε μία γωνιά του δρόμου, ζούσε ο σκύλος Μαξ με τους γονείς του, την Φρίντα και τον Τσάρλι. Ήταν μία αγαπημένη οικογένεια. Μα ο Μαξ αρκετές φορές ήταν άτακτος.

Έτσι, κυνηγούσε την γάτα από το διπλανό στενό και εκείνη νιαούριζε φοβισμένη. Άλλες φορές, έπαιζε με τους φίλους του και σερνόταν μέσα στις λάσπες. Η μητέρα του, συνέχεια του φώναζε, όταν επέστρεφε βρώμικος στο σπίτι. Άλλες φορές γαύγιζε τους περαστικούς δίχως λόγο.

Κάθε βράδυ, οι γονείς του έφευγαν από το σπίτι και έψαχναν να βρουν φαγητό στους δρόμους. Ο Μάξ έμενε μέσα στο σπίτι. Ο πατέρας του, Τσάρλι, τού είχε απαγορέψει να φεύγει μόνος από το σπίτι. Εκείνος, αν και βαριόταν να περιμένει μόνος τα βράδια, υπάκουγε τον πατέρα του.

Ένα βράδυ, καθώς ο Μαξ έπαιζε με ένα μεγάλο κόκαλο στο σπίτι, άκουσε μουσική. Άφησε στην άκρη το κόκαλο και προσπάθησε να δει από πού ερχόταν η μουσική. Μα δεν μπορούσε να δει τίποτα. Γρήγορα ξέχασε την εντολή του πατέρα του και αποφάσισε να απομακρυνθεί από το χάρτινο σπίτι του. Έπρεπε να μάθει ποιος έπαιζε μουσική.

Στο τέλος του δρόμου, ένα μικρό κορίτσι έπαιζε πιάνο μέσα στο δωμάτιο του. Όταν το είδε, ο Μαξ έκατσε δίπλα από το παράθυρο για αρκετή ώρα και άκουγε την μελωδία. «Πόσο θα ήθελα να παίξω και εγώ πιάνο» σκέφτηκε. Ξαφνικά, ο πατέρας του κοριτσιού, ένας πολύ ψηλός άντρας, βγήκε έξω από το σπίτι. «Τι κάνεις εδώ, παλιόσκυλο;» φώναξε στον Μαξ, μόλις τον είδε και άρχισε να τον κλωτσάει δυνατά.

Ο Μαξ κλαψούρισε από το πόνο και άρχισε να τρέχει. Ο άντρας τον κυνήγησε μέχρι που έφτασαν σε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Εκεί, ο Μαξ κρύφτηκε πίσω από κάποια παλιά λάστιχα αυτοκινήτων και ο άντρας, δεν μπόρεσε να τον βρει. Ο μικρός σκύλος χάρηκε που την γλίτωσε.

Μα η χαρά του δεν διήρκεσε πολύ. Μόλις βγήκε από το εργοστάσιο, κατάλαβε πως είχε χαθεί. "Τι θα κάνω;" μονολόγησε  "Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να παίξω πιάνο. Και τώρα, δεν θα ξαναδώ ποτέ τους γονείς μου" είπε και περπάτησε προς μία κατεύθυνση που δεν γνώριζε.

Ξαφνικά, βρέθηκε σε ένα μεγάλο δρόμο με πολλά αυτοκίνητα. Ένα από αυτά, ερχόταν κατά πάνω του. Στο τσακ, πρόλαβε ο Μαξ, να ανεβεί στο πεζοδρόμιο. "Θεέ μου", ψιθύρισε. Έκλεισε τα αυτιά του με τα δύο του χέρια. Οι φωνές των ανθρώπων και οι κόρνες των αυτοκινήτων τον τρόμαξαν.  Έκατσε δίπλα σε ένα σκουπιδοτενεκέ και έβαλε τα κλάματα.

Έκλαιγε για ώρες μέχρι που τον είδε ένας γάτος. "Τι έχεις και κλαις σαν μωρό;" τον ρώτησε. "Δεν είμαι μωρό" απάντησε ο Μαξ και σκούπισε γρήγορα τα μάτια του. "Καλά, καλά. Πες μου τι έχεις;". Ο Μαξ εξήγησε στον γάτο πως έχασε τον δρόμο της επιστροφής. Τότε ο γάτος Φιν προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει. Ο ίδιος γνώριζε που έμενε ο Μαξ, καθώς έκανε παρέα με μία γάτα που έμενε στην ίδια γειτονιά.

Έτσι, αποφάσισαν να πάνε μαζί στο σπίτι του Μαξ. Ο σκύλος ήταν χαρούμενος μα και σκεπτικός. Απέκτησε νέο φίλο μα και θα επέστρεφε ασφαλής στο σπίτι του. "Τι σκέφτεσαι;" τον ρώτησε ο Φιν . "Αν δεν ήθελα τόσο πολύ να μάθω πιάνο, δεν θα χανόμουν" απάντησε ο Μαξ απογοητευμένος.

"Κάνεις λάθος. Πρέπει να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι. Είμαι σίγουρος πως κάποια στιγμή θα μάθεις πιάνο" του απάντησε ο σοφός γάτος και ο Μαξ χαμογέλασε.

 

Λίγο πριν να φτάσουν στο σπίτι, ο Φιν είδε μία γάτα να περνάει την διασταύρωση. "Τι όμορφη που είναι" είπε και περπάτησε γρήγορα για να την προφτάσει. "Πού πας; Δεν θα πάμε στο σπίτι;" του φώναξε ο Μαξ, καθώς τον άφησε πίσω του ο γάτος.

Ο γάτος κοντοστάθηκε για λίγα λεπτά και είπε: "Μπορείς να πας και μόνος σου τώρα. Θα προχωρήσεις όλο ευθεία και θα βρεθείς στο σπίτι. Και θυμήσου, αυτό που σου είπα: "Μπορείς να κάνεις οτιδήποτε ονειρευτείς" είπε ο έξυπνος γάτος και έτρεξε προς τα εκεί που πήγαινε η γάτα.

"Ο ανόητος " ξεφύσησε θυμωμένα ο σκύλος. Συνέχισε να περπατά ευθεία μέχρι που από μακριά είδε το χάρτινο σπίτι του. Μα τότε σκέφτηκε τα λόγια του Φιν. "Θέλω να μάθω πιάνο και θα το κάνω" σκέφτηκε αποφασισμένος ο Μαξ και έστριψε στο πρώτο στενό.

Βρέθηκε ξανά στο σπίτι όπου ένα κοριτσάκι έπαιζε πιάνο. Η μουσική συνεχιζόταν και ο Μάξ χάρηκε πολύ. Έλεγξε πρώτα δεξιά και αριστερά για να δει αν ήταν κοντά ο πατέρας της. Αφού δεν ήταν κανένας, αποφάσισε να χτυπήσει το παράθυρο του κοριτσιού με την πατούσα του.

Χτύπησε αρκετές φορές μέχρι να τον ακούσει το κορίτσι. Όταν τον άκουσε, το μικρό κορίτσι άνοιξε το παράθυρο: "Γεια. Εσύ χτυπούσες το παράθυρο;" τον ρώτησε και συνέχισε: "Με λένε Αλίκη. Σου αρέσει η μουσική;" "Πάρα πολύ" απάντησε ο Μαξ. "Με λένε Μαξ" είπε διστακτικά

"Τι θέλεις;" τον ρώτησε η Αλίκη. "Αν σου πω, υπόσχεσαι να μη γελάσεις;" την ρώτησε, σχεδόν ψιθυριστά. Η Αλίκη έγνεψε καταφατικά. "Θα μου μάθεις να παίζω σαν και εσένα;» την ρώτησε.

Η Αλίκη αφού το σκέφτηκε,  απάντησε: "Σύμφωνοι. Αλλά δεν θα το μάθει κανένας. Θα έρχεσαι όταν θα λείπει ο πατέρας μου. Δεν συμπαθεί τους σκύλους. Έλα μέσα για το πρώτο μας μάθημα." και του άνοιξε την πόρτα. Όταν ο Μαξ είδε από κοντά το πιάνο, άρχισε να γαυγίζει από χαρά. Τότε η Αλίκη, τον βοήθησε να πατήσει προσεκτικά με τις πατούσες του τα πλήκτρα του πιάνου. Το όνειρο του Μαξ έγινε πραγματικότητα.