Το ταξίδι της απεξάρτησης

2018-12-11 21:13

Γράφει: Μαίρη Κάντα

Ο Νικήτας έφτασε έξω από το γραφείο της ψυχολόγου. Τα πόδια του έτρεμαν και τα χέρια του ήταν ιδρωμένα. Μα το είχε αποφασίσει. Δεν θα έκανε τώρα πίσω. Δεν θα έφευγε, δεν θα το έσκαγε σαν δειλός. Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Σε λίγα λεπτά η ψυχολόγος τον υποδέχτηκε στο γραφείο της. Το πρώτο βήμα είχε γίνει. Θα κατάφερνε άραγε να βγει νικητής; Να σταματήσει  την κακιά συνήθεια του τζόγου;

«Όλα εξαρτιόνται από σένα και από την δύναμη που έχεις κρυμμένη μέσα σου» είπε η ψυχολόγος και εκείνος την κοίταξε με δυσπιστία, χωρίς να απαντήσει. «Δεν με πιστεύεις;» τον ρώτησε με ένα ελαφρύ χαμόγελο η ψυχολόγος και ο Νικήτας έγνεψε αρνητικά. «Κακώς» συνέχισε η Ιωάννα, η ψυχολόγος του. «Όλοι μας μοιάζουμε με τον Ηρακλή. Θυμάσαι τους άθλους του; Εσύ μόλις έκανες ένα άθλο. Έφτασες μέχρι το γραφείο μου. Ζήτησες την βοήθεια μου, όπως έκανε και ο Ηρακλής για να εξοντώσει την Λερναία Ύδρα». Ο Νικήτας χαμογέλασε. Με την βοήθεια της ψυχολόγου του, άρχισε ξαφνικά να νοιώθει πιο δυνατός.

«Ίσως είμαι και εγώ ένας Ηρακλής» σκέφτηκε και αμέσως φαντάστηκε τον εαυτό του ως ημίθεο να κρατάει ένα ρόπαλο. «Τα βήματα που πρέπει να κάνεις είναι αρκετά» τον επανέφερε στην πραγματικότητα, η Ιωάννα και συνέχισε «αλλά στο τέλος θα νικήσεις». Ο Νικήτας έφυγε από το γραφείο της ψυχολόγου με την υπόσχεση πως θα επέστρεφε ξανά σύντομα για να κάνει την δεύτερη του συνεδρία.

Όταν έφτασε στο σπίτι, αποφάσισε να καταγράψει σε ένα χαρτί τι ακριβώς του προσφέρει ο τζόγος, συμβουλή που του έδωσε η ψυχολόγος. «Χρήματα, ακριβά ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα….» ήταν μερικά από αυτά που κατέγραψε στη λίστα του. Την έκρυψε στο συρτάρι του και περίμενε μέχρι την επόμενη συνεδρία.

«Είσαι έτοιμος να εξοντώσεις το λιοντάρι;» του είπε η Ιωάννα, μόλις έφτασε στο γραφείο της. «Το ποιο;» ρώτησε εκείνος απορημένος. Η Ιωάννα γέλασε. «Το λιοντάρι της Νεμέας που εξόντωσε ο Ηρακλής» απάντησε και συνέχισε: «Είμαι σίγουρη πως με την ψυχική σου θέληση, θα νικήσεις την εξάρτησή σου από τον τζόγο». Ο Νικήτας της έδειξε την λίστα που είχε γράψει. Είχε προσθέσει τον τίτλο: «Τα οφέλη του τζόγου». Η ψυχολόγος την διάβασε προσεκτικά. «Υλικές επιθυμίες έχεις μόνο;» τον ρώτησε αφοπλιστικά και συνέχισε: «Μόνο το χρήμα γεμίζει την ψυχή σου; Δεν είδα πουθενά να αναφέρεις την αγάπη, την ευτυχία, την γνώση. Δεν αγαπάς κάποιο άτομο; Δεν σε ενδιαφέρει να μάθεις κάτι; Κάποιο χόμπι δεν έχεις;» Οι ερωτήσεις της ψυχολόγου ήταν αρκετά σκληρές και πλήγωσαν τον Νικήτα.

 Έμεινε σκεφτικός μη γνωρίζοντας τι να απαντήσει. Μα και η Ιωάννα παρέμεινε σιωπηλή. Περίμενε την απάντηση του. Ήξερε όμως πόσο δύσκολο ήταν να απαντήσει ο συνομιλητής της.  «Αγαπούσα πολύ μία γυναίκα..» άρχισε να λέει ο Νικήτας, «περνούσαμε πολύ όμορφα μαζί. Γελούσαμε, βλέπαμε ταινίες. Ήμασταν και οι δύο άνεργοι, αλλά δεν μας ένοιαζε αυτό. Πηγαίναμε διακοπές τα καλοκαίρια και κοιμόμασταν στην παραλία. Παίρναμε ένα τοστ και το τρώγαμε μαζί...» είπε και δάκρυα κύλησαν ξαφνικά από τα μάτια του.

«Και μετά;» ρώτησε η ψυχολόγος. «Μετά εκείνη γνώρισε ένα πλούσιο επιχειρηματία, δέκα χρόνια μεγαλύτερο μου και με άφησε. Μου είπε μόνο πως δεν μπορούσα να της προσφέρω την ζωή που της προσέφερε εκείνος. Κάπως έτσι άρχισα τον τζόγο».  «Πες μου κάτι: Τι σε συγκίνησε σήμερα περισσότερο; Η λίστα που μου έφερες ή οι στιγμές που θυμήθηκες με την πρώην σύντροφό σου;» «Οι στιγμές που θυμήθηκα» απάντησε εκείνος, χωρίς να το πολυσκεφτεί. «Μπράβο!» του απάντησε χαρούμενα η ψυχολόγος. «Αυτό ήθελα να ακούσω. Οι στιγμές σου δίνουν μεγαλύτερη χαρά και όχι τα ακριβά ρούχα. Είσαι έτοιμος να φέρεις τα βόδια του Γηρυόνη στον Ευρυσθέα.» Ο Νικήτας την κοίταξε για ακόμα μια φορά απορημένος. «Θέλω να πω πως βρίσκεσαι στο σωστό δρόμο. Αρχίζεις να συνειδητοποιείς πως το πιο σημαντικό σε αυτή την ζωή είναι οι όμορφες στιγμές που ζεις. Δεν έχεις ανάγκη τα υλικά πράγματα που σου προσφέρει ο τζόγος. Κατάλαβες;» Ο Νικήτας έγνεψε καταφατικά.

Ωστόσο, οι μέρες που ακολούθησαν ήταν δύσκολες για τον Νικήτα. Όλα άρχισαν, όταν του τηλεφώνησε ένας φίλος του που είχε γνωρίσει στο καζίνο που πήγαινε. Του είπε πως κέρδισε ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό και αγόρασε ένα αυτοκίνητο μάρκας Μερσεντές. Ο Νικήτας αμέσως ζήλεψε τον φίλο του. Ονειρευόταν από μικρό παιδί να αποκτήσει ένα τόσο ακριβό αυτοκίνητο. Και τώρα το απέκτησε ο φίλος του. «Θα το αποκτήσω και εγώ» σκέφτηκε και αποφάσισε στιγμιαία να πάει στο καζίνο να παίξει. «Μόνο για μία φορά» σκέφτηκε καθώς έπαιξε τα πρώτα του χρήματα στη ρουλέτα. Μα δεν ήταν μόνο μία φορά. Ξημερώματα έφυγε από το καζίνο έχοντας χάσει πολλά χρήματα για ακόμα μία φορά.

Επέστρεψε στο σπίτι, κάνοντας συνέχεια αρνητικές σκέψεις. «Και είχα ξεκινήσει καλά την ψυχοθεραπεία. Γιατί πήγα ξανά στο καζίνο; Πόσο ανόητος ήμουν;» σκεφτόταν συνέχεια. Όταν πήγε ξανά στην συνεδρία, είχε μετανιώσει για την επίσκεψη του στο καζίνο και περίμενε την δυσαρέσκεια της ψυχολόγου του. Ντρεπόταν να την κοιτάξει στα μάτια. Μα εκείνη, για ακόμα μία φορά ήταν χαμογελαστή και του είπε όσα ήθελε να ακούσει και ο ίδιος.

 «Πήγες λοιπόν στο καζίνο. Η ζήλεια σε κυρίευσε και μετά σε κυρίευσαν οι αρνητικές σκέψεις. Μοιάζεις στον μυθικό Ηρακλή. Μη νοιώθεις άσχημα. Και αυτός τα ίδια έκανε. Για να εξοντώσει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, χρησιμοποίησε τα κρόταλα της θεάς Αθηνάς. Μπορεί να μη μοιάζω στη θεά Αθηνά, αλλά θα σε βοηθήσω να νικήσεις τις δικές σου Στυμφαλίδες όρνιθες. Έπειτα, μόνος σου θα πραγματοποιήσεις  και τον όγδοο άθλο του Ηρακλή». «Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε ο Νικήτας που πια είχε καταλάβει πως οι άθλοι του Ηρακλή άρεσαν πολύ στην ψυχολόγο του. «Θα αρπάξεις τα άγρια άλογα του Διομήδη και έτσι θα μειώσεις τις αρνητικές σκέψεις που κάνεις» του απάντησε εκείνη.

Πέρασαν μήνες και οι συνεδρίες του Νικήτα με την ψυχολόγο του συνεχίστηκαν κανονικά. Με την βοήθεια της Ιωάννας κατάφερε να βγάλει από την ζωή του, τον τζόγο. Στη τελευταία συνεδρία, ο Νικήτας πήγε στο γραφείο της Ιωάννας κρατώντας ένα βιβλίο.

«Αυτό είναι για σένα» είπε στην Ιωάννα, όταν άνοιξε την πόρτα του γραφείου της και της έδωσε το βιβλίο. Η Ιωάννα διάβασε δυνατά το τίτλο: «Οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή». «Με την βοήθεια σου» της είπε,  «κατάφερα να πραγματοποιήσω και τον δωδέκατο άθλο του Ηρακλή» και χαμογέλασε.